ἀναιδίζομαι Save LSJ Pape ἀναιδίζομαι, v.l. for ἀναιδεύομαι, Ar. Eq. 397 ap.AB ἀναιδίζομαι, B.A. 80, aus Ar. Eq., wo 396 ἀναιδεύομαι steht.