ἀναλκείη
ἀναλκείη, want of valor
flaqueza de ánimo, cobardía
ἀναλκείῃσι δαμέντες
οἴ μοι ἀναλκείης
ὅττι κεν ᾖσιν ἀναλκείῃσιν ἔρεξαν
ἀναλκείην τε λέλογ[χ-
ἀναλκείη
-ης, ἡ
[ἄναλκις.]
Lack of spirit, cowardice.
In pl. Il. 6.74 = Il. 17.320, Il. 17.337.
ἀναλκείη (ἀλκή): want of valor; only ἀναλκείῃσι δαμέντες, overcome by their cowardice. (Il.)