Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναλκία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναλημπτ
ἀναλημπτήρ
ἀναλημπτός
ἀναλημψιακός
ἀνάλημψις
ἀναληπτέον
ἀναληπτέος
ἀναληπτήρ
ἀναληπτικός
ἀναληπτικῶς
ἀναληπτρίς
ἀναλῆσαι
ἀναλήψιμος
ἀνάληψις
ἀναλθής
ἀνάλθητος
Ἀνάλιβλα
ἀναλίγκιος
ἀναλικμάω
ἀνάλιος
ἀνάλιπος
ἀναλίσκω
ἀνάλιστος
ἀνάλιφον
ἀναλιχμάομαι
ἀναλκάταλλα
ἀνάλκεια
ἀναλκεία
ἀναλκείη
ἀναλκής
ἀναλκία
ἀναλκίη
ἀνάλκιμος
ἄναλκις
ἀνάλλακτος
ἀναλληγόρητος
ἀνάλλητος
ἀναλλοίως
ἀναλλοίωτος
ἀναλλοιώτως
ἀνάλλομαι
ἄναλλος
ἄναλμος
ἀνάλμυρος
ἀναλογάδην
ἀναλογεῖον
ἀναλογέω
ἀναλογή
ἀναλογητέον
ἀναλογητικός
ἀναλογία
ἀναλογίζομαι
ἀναλογικός
ἀναλογικῶς
ἀναλόγισμα
ἀναλογισμός
ἀναλογιστέον
ἀναλογιστικός
ἀναλογιστικῶς
ἀναλογίστως
ἀνάλογος
…
ἀναλκία
Save
Pape
ἀναλκία
, ἡ, sp. zw. Form für ἀναλκεία.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}