ἀναλιχμάομαι
ἀναλιχμάομαι, lick up
ἀναλιχμάομαι,
- = ἀναλείχω, Philostr. VA 5.42: aor. ἀνελιχμήσαντο J. AJ 8.15.6.
lamer
τὸ τῶν θυομένων αἷμα
ἀνα·λιχμάομαι-ῶμαι, enlever en léchant, Jos. A.J. 8, 15, 6 ; Philstr. V. Ap. 5, 42.
ἀναλιχμάομαι, = ἀναλείχω, Jos.