ἀνατυπωτικός
ἀνατυπωτικός, representing
ἀνατυπ-ωτικός, ή, όν,
- representing, Simp. in Epict. p.20 D.
representativo
αἱ δέ φαντασίαι ... ἀληθῶν εἰσὶν ἀνατυπωτικαί
ἀνατυπωτικός, ή, όν [ῠ] propre à représenter, gén. Simpl. Epict. p. 73.
ἀνατυπωτικός, abbildend, eine Vorstellung von etwas gebend, τινός, Simplic.