ἀνατύπωσις
ἀνατύπ-ωσις, εως, ἡ,
- = τύπωσις, Hsch.
reproducción, representación
τῶν δογμάτων
ἀνατύπωσις· τύπωσις
ἀνατύπωσις, εως (ἡ) [ῠ] représentation, Naz. 1, 1076 Migne.
ἀνατύπωσις, ἡ, Umbildung, Einbildung, Sp.