ἀναχειρίζομαι
ἀναχειρίζομαι, delay, hinder
ἀναχειρίζομαι,
- delay, hinder, D.C. 38.13.
impedir
καὶ ἀνεχειρίζετό τι
ἀνα·χειρίζομαι (impf. ἀνεχειριζόμην) retenir par la main, DC. 38, 13.
ἀναχειρίζομαι, hemmen, hindern, D.Cass.