ἀναχαίτισις
ἀναχαίτισις, restraint
ἀναχαίτ-ισις, εως, ἡ,
- restraint, Jo.Sic. in Rh. 6.235 W.; τῆς τάσεως τῆς φωνῆς Anon. in Rh. 197.20.
sostenimiento
τῆς τάσεως τῆς φωνῆς