ἀναχαλαστικός
ἀναχαλαστικός, relaxing
ἀναχᾰλ-αστικός, ή, όν,
- relaxing, ὑστέρας Dsc. 1.128.
que relaja
ὁ δὲ ὀπὸς τῆς ... συκῆς ... ὑστέρας ἀναχαλαστικός
ἀναχαλαστικός, ή, όν [χᾰ] qui relâche, Diosc. 1, 183.
ἀναχαλαστικός, die Spannung vermindernd, lindernd, Medic.