Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναφῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναφυγή
ἀναφύζω
ἀναφυή
ἀναφυής
ἀναφύησις
ἀναφυλάσσω
ἀνάφυξις
ἀναφυράω
ἀναφυρμός
ἀνάφυρσις
ἀναφύρω
ἀναφυσάω
ἀναφύσημα
ἀναφύσησις
ἀναφυσητικός
ἀναφυσητός
ἀναφυσιάζω
ἀναφυσιάω
ἀνάφυσις
ἀναφύσσω
ἀναφυτεύω
ἀναφυτέω
ἀναφύω
ἀναφωνέω
ἀναφωνή
ἀναφώνημα
ἀναφώνησις
ἀναφωνητής
ἀναφωνητικός
ἀναφωνητικῶς
ἀναφῶς
ἀναφωτίς
ἀναχάζομαι
ἀναχάζω
ἀναχαίας
ἀναχαίνω
ἀναχαιτίζω
ἀναχαίτισις
ἀναχαίτισμα
ἀναχαιτισμός
ἀναχαλασμός
ἀναχαλαστικός
ἀναχαλάω
ἀναχαλινόω
ἀναχάλκευσις
ἀναχαλκεύω
ἀναχαραγή
ἀναχάραξις
ἀναχαράσσω
Ἀνάχαρσις
ἀνάχαρσις
ἀναχάσκω
ἀναχαυνόω
ἀναχειοῖ
ἀναχειρίζομαι
ἀναχειρόομαι
ἀναχειροτονέω
ἀναχελύνομαι
ἀναχελύσσομαι
ἀναχέω
ἀναχλαινόω
…
ἀναφῶς
Save
Bailly 2024
ἀναφῶς
[
ᾰφ
]
adv.
sans toucher,
Jambl.
Myst.
p. 103, 119
.
Étym.
ἀναφής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}