ἀνδροφαγέω
ἀνδροφαγέω, to eat men
ἀνδρο-φᾰγέω,
- eat men, v.l. for ἀνθρωποφαγέω, Hdt. 4.106.
ἀνδροφαγέω-ῶ [φᾰ] manger de la chair humaine, Hdt. 4, 106.
Étym. ἀνδροφάγος.
ἀνδροφαγέω, Menschen fressen, Her. 4.107, v.l. für ἀνθρωποφαγέω.
ἀνδροφαγέω
from ἀνδροφάγος
- to eat men, Hdt.