ἀνδρόφρων
ἀνδρόφρων, man-minded
ἀνδρό-φρων, ονος, ὁ, ἡ,
- man-minded, like ἀνδρόβουλος, γυνή S. Fr. 943.
con mente de varón
ἀνδρόφρων γυνή
ἀνδρό·φρων, ων, ον, gén. ονος, aux sentiments virils, Soph. fr. 680.
Étym. ἀνήρ, φρήν.
ἀνδρόφρων, ον, männlich gesinnt, Soph. frg. 680, γυνή.