ἀνδρύνομαι Save DGE Pape ἀνδρύνομαι hacerse hombre ἀνδρυνθεὶς δὲ τὴν φρένα Pall.V.Chrys.5(M.47.18), ἀνδρυνθέντος δὲ αὐτοῦ τὸν χαρακτῆρα Ps.Callisth.1.13B. ἀνδρύνομαι, nach VLL = ἀνδρόω, aber zw. L.