ἀνεξάντλητος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀνεξάντλητος -ον inagotable φρεάτων τινῶν βάθος ... ὕδατος Procop.Gaz.M.87.1264D. ἀν·εξάντλητος, ος, ον, inépuisable, Chrys. 6, 935. Étym. ἀν-, ἐξαντλέω. ἀνεξάντλητος, unerschöpflich, Io. Chrys.