ἀνεξεραύνητος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Abbott-Smith NT ἀνεξεραύνητος v. ἀνεξερεύνητος. ἀν·εξεραύνητος, ος, ον, c. ἀνεξερεύνητος, NT. Rom. 11, 33. Étym. ἀν-, *ἐξεραυνάω ; v. ἐραυνάω. ἀνεξεραύνητος -ον later Gr. voor ἀνεξερεύνητος. Number of occurrences in NT: 1Strong 419 ** ἀνεξεραύνητος (Rec. -εύνητος, as in Attic; M, Pr., 46), -ον (< ἐξ-ερευνάω), [in Sm. (-ευ-): Pr., 25:3*;] unsearchable: Ro 11:33.†