ἀνεξάρνητος
I
1 no negado, no rehusado
μενούσης μοι τῆς κατὰ θεὸν πολιτείας ἀνεξαρνήτου
2 innegable, incontestable
εἰς ἀνεξάρνητον μαρτύριον τοῦ θανάτου
3 que no niega
ἀνεξαρνήτους ἡμᾶς ... τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ
II adv. -ως sin denegación, A.Mart.13.5.3.
ἀνεξάρνητος, ohne zu leugnen, Iust. Mart.