ἀνεξέργαστος
ἀνεξέργαστος, unfinished
ἀνεξ-έργαστος, ον,
- not worked out, unfinished, Luc. Fug. 21, Gal. Nat.Fac. 2.3.
no acabado
τὸ ἔργον
ἀν·εξέργαστος, ος, ον, inachevé, Luc. Fug. 21.
Étym. ἀν-, ἐξεργάζομαι.
ἀνεξέργαστος, unvollendet, Luc. Fugit. 21.
ἀνεξέργαστος
ἐξεργάζομαι
- unfinished, Luc.