Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρακοβότανον
ἀνθρακοβότανον, betony
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθοσμίας
ἀνθόσμιος
ἀνθοσύνη
ἀνθοτόκος
ἀνθοτρόφος
Ἄνθουσα
ἀνθοφορέω
ἀνθοφόρια
ἀνθοφόρος
ἀνθοφυής
ἀνθρακάριος
ἀνθρακεία
ἀνθρακεύς
ἀνθρακευτής
ἀνθρακευτός
ἀνθρακεύω
ἀνθρακηρός
ἀνθρακιά
Ἀνθρακία
ἀνθρακίας
ἀνθρακίδες
ἀνθρακίζω
ἀνθρακιή
ἀνθράκινος
ἀνθράκιον
ἀνθράκιος
ἀνθρακίς
ἀνθρακίτης
ἀνθρακῖτις
ἀνθρακοβάτης
ἀνθρακοβότανον
ἀνθρακογραφία
ἀνθρακοειδής
ἀνθρακόεις
ἀνθρακοθήκη
ἀνθρακοκαύστης
ἀνθρακοποιΐα
ἀνθρακοπώλης
ἀνθρακόω
Ἀνθράκυλλος
ἀνθρακώδης
ἀνθράκωμα
ἀνθρακών
ἀνθράκωσις
ἄνθραξ
ἀνθρεῖ
ἀνθρηδών
ἀνθρηκόν
ἀνθρήνη
ἀνθρήνιον
ἀνθρηνιώδης
ἀνθρηνοειδής
ἀνθρίσκιον
ἀνθρίσκος
ἄνθρυσκον
ἀνθρωπαῖος
ἀνθρωπαρεσκεία
ἀνθρωπαρέσκεια
ἀνθρωπαρεσκέω
ἀνθρωπάρεσκος
ἀνθρωπάριον
…
ἀνθρακοβότανον
Save
ἀνθρακοβότανον, betony
LSJ
ἀνθρᾰκ-οβότανον,
betony,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}