ἀνθρηκόν Save LSJ DGE ἀνθρηκόν, τό, = ἀνθρίσκος (?), Phot. p.140 R. ἀνθρηκόν· ἄνθους τι γένος Phot.p.140R., cf. ἄνθρηκον AB 403.