ἀνθρακοποιΐα Save DGE Bailly 2024 ἀνθρᾰκοποιΐα -ας, ἡ carbonera Gr.Nyss.M.46.937A. ἀνθρακο·ποιΐα, ας (ἡ) [ᾰκ] préparation du charbon, Nyss. 3, 937 Migne. Étym. ἄνθραξ, ποιέω.