Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρεῖ
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθρακεύω
ἀνθρακηρός
ἀνθρακιά
Ἀνθρακία
ἀνθρακίας
ἀνθρακίδες
ἀνθρακίζω
ἀνθρακιή
ἀνθράκινος
ἀνθράκιον
ἀνθράκιος
ἀνθρακίς
ἀνθρακίτης
ἀνθρακῖτις
ἀνθρακοβάτης
ἀνθρακοβότανον
ἀνθρακογραφία
ἀνθρακοειδής
ἀνθρακόεις
ἀνθρακοθήκη
ἀνθρακοκαύστης
ἀνθρακοποιΐα
ἀνθρακοπώλης
ἀνθρακόω
Ἀνθράκυλλος
ἀνθρακώδης
ἀνθράκωμα
ἀνθρακών
ἀνθράκωσις
ἄνθραξ
ἀνθρεῖ
ἀνθρηδών
ἀνθρηκόν
ἀνθρήνη
ἀνθρήνιον
ἀνθρηνιώδης
ἀνθρηνοειδής
ἀνθρίσκιον
ἀνθρίσκος
ἄνθρυσκον
ἀνθρωπαῖος
ἀνθρωπαρεσκεία
ἀνθρωπαρέσκεια
ἀνθρωπαρεσκέω
ἀνθρωπάρεσκος
ἀνθρωπάριον
ἀνθρωπέη
ἀνθρώπειος
ἀνθρωπείως
ἀνθρωπέομαι
ἀνθρωπεύομαι
ἀνθρωπέω
ἀνθρωπῆ
ἀνθρωπήϊος
ἀνθρώπησις
ἀνθρωπία
ἀνθρωπίδης
ἀνθρωπίζω
ἀνθρωπικός
ἀνθρωπικῶς
ἀνθρωπιμαῖος
…
ἀνθρεῖ
Save
LSJ
DGE
ἀνθρεῖ·
κρύπτει,
Hsch.
ἀνθρεῖ·
κρύπτει
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}