Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθρωπιμαῖος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθρεῖ
ἀνθρηδών
ἀνθρηκόν
ἀνθρήνη
ἀνθρήνιον
ἀνθρηνιώδης
ἀνθρηνοειδής
ἀνθρίσκιον
ἀνθρίσκος
ἄνθρυσκον
ἀνθρωπαῖος
ἀνθρωπαρεσκεία
ἀνθρωπαρέσκεια
ἀνθρωπαρεσκέω
ἀνθρωπάρεσκος
ἀνθρωπάριον
ἀνθρωπέη
ἀνθρώπειος
ἀνθρωπείως
ἀνθρωπέομαι
ἀνθρωπεύομαι
ἀνθρωπέω
ἀνθρωπῆ
ἀνθρωπήϊος
ἀνθρώπησις
ἀνθρωπία
ἀνθρωπίδης
ἀνθρωπίζω
ἀνθρωπικός
ἀνθρωπικῶς
ἀνθρωπιμαῖος
ἀνθρωπινοπαθής
ἀνθρώπινος
Ἀνθρώπινος
ἀνθρωπίνως
ἀνθρώπιον
ἀνθρωπίσκος
ἀνθρωπισμός
ἀνθρωπιστί
ἀνθρωποβορέω
ἀνθρωποβορία
ἀνθρωποβόρος
ἀνθρωπόβρωτος
ἀνθρωπογενής
ἀνθρωπογέννητος
ἀνθρωπόγλωσσος
ἀνθρωπόγλωττος
ἀνθρωπογναφεῖον
ἀνθρωπογονέω
ἀνθρωπογονία
ἀνθρωπογράφος
ἀνθρωποδαίμων
ἀνθρωπόδηκτος
ἀνθρωποδίδακτος
ἀνθρωποειδής
ἀνθρωποειδῶς
ἀνθρωποείκελος
ἀνθρωπόθεν
ἀνθρώποθεν
ἀνθρωπόθεος
ἀνθρωποθηρία
…
ἀνθρωπιμαῖος
Save
DGE
ἀνθρωπιμαῖος
-α, -ον
humano
Sch.Gen.
Il
.23.98.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}