ἀνθρωπήϊος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀνθρωπ-ήϊος, η, ον, v. ἀνθρώπειος. ἀνθρωπήϊος v. ἀνθρώπειος. ἀνθρωπήϊος, η, ον, ion. d’homme : ἡ ἀνθρωπηΐη (s. e. δορά) Hdt. 5, 25, peau d’homme. Étym. ion. c. ἀνθρώπειος. ἀνθρωπήϊος, ion. = ἀνθρώπειος.