ἀνικεί
ἀνικεί, without victory
ἀνῑκεί or ἀνῑκί, Adv.
- without victory, D.C. 61.21.
adv. sin victoria
τὸν μέντοι στέφανον τὸν τῶν κιθαρῳδῶν ἀνικεὶ ἔλαβε
ἀνικεί, [ῑ], (νίκη), ohne Sieg.