ἀντανάκλαστος
ἀντανάκλαστος, reciprocal
ἀντανά-κλαστος, ον,
- reciprocal, προσηγορία Priscian. Inst. 11.1.
recíproco e.d., conmutable con el adj.,
οἱ δὲ διαλεκτικοὶ τὰ τοιαῦτα (palabras) καλοῦσιν <ἀντ>ανακλάστους
ἀντανάκλαστον προσηγορίαν
ἀντανάκλαστος, ος, ον, mutuellement réfléchi, réciproque, Prisc. Gr. lat. 11, 1, 1.
Étym. ἀντανακλάω.