ἀντανασηκόω Save ἀντανασηκόω, compensate LSJ DGE ἀντανα-σηκόω, compensate, IG 14.956A19. ἀντανασηκόω compensar τοῦτο ἀντανασηκοῦν τὴν νο[υμηνίαν IUrb.Rom.246A.19.