ἀνταναπληρόω
ἀνταναπληρόω, to supply as a substitute
ἀντανα-πληρόω,
- fill up, τὴν θέσιν τοῦ ὀνόματος A.D. Synt. 14.1; τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ Ep.Col. 1.24; ἀ. πρὸς τὸν εὐπορώτατον ἀεὶ τοὺς ἀπορωτάτους put in the poorest so as to balance the richest, D. 14.17.
completar, compensar
τὴν θέσιν τοῦ ὀνόματος
τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ
ἵν' ... τοῦτο ἐκ τῆς παρὰ τῶν ἄλλων συντελείας ἀνταναπληρωθῇ
τὴν ἀποστολικὴν ἀπουσίαν
ἀνταναπληροῦντας πρὸς τὸν εὐπορώτατον ἀεὶ τοὺς ἀπορωτάτους
ἀντ·αναπληρόω-ῶ :
1 compléter en échange, d’où substituer, Dysc. Synt. p. 14 ||
2 mettre en balance : πρὸς τὸν εὐπορώτατον τοὺς ἀπορωτάτους, Dém. 182, 22, contrebalancer les plus riches par les plus pauvres.
1. op zijn beurt aanvullen.
2. in balans brengen tegenover, met πρός + acc.
ἀνταναπληρόω, dagegen anfüllen, Dem. 14.17.
ἀνταναπληρόω
- to supply as a substitute or balance, τινὰ πρός τινα Dem.