ἀνταμοιβά
ἀνταμοιβά, return, requital
ἀνταμοιβά
- 1return, requital ]τʼ ἔρωτος ἀνταμοιβὰν ἐδάσσατο[ στρα]τάρχῳ (Lobel: ἀντʼ αμοιβαν Π.) Δ. 4. 42.