ἀντανίσωμα
ἀντανίσωμα, an equivalent
ἀνταν-ίσωμα [ῐ], ατος, τό,
- an equivalent, J. AJ 18.9.7.
sustituto, equivalente
ὥστε ἀ. τὴν τούτων πρόσοδον γενέσθαι πλήθους τῶν ἀπολωλότων
ἀντανίσωμα, ατος (τὸ) [ῐ] équilibre, équivalent, Jos. A.J. 18, 9, 7.
Étym. ἀντανισόω.