About Report a problem

Menu

ἀνταποκαταστατικός

ἀνταποκαταστατικός, opposite to the position of ἀποκατάστασις

ἀνταπο-καταστᾰτικός, ή, όν, Astrol.,
  • opposite to the position of ἀποκατάστασις, σελήνη Max. Epit. p.80 L.

Saved

Recent