ἀνταποκρίνομαι
ἀνταποκρίνομαι, to answer again
- answer again, LXX Jb. 16.8, Ev.Luc. 14.6; argue against, τινί Ep.Rom. 9.20.
- II correspond to, Nicom. Ar. 1.8.10, 11.
1 en gener. responder abs.
κατὰ πρόσωπόν μου ἀνταπεκρίθη
ἀνταπορούμενοι ... ὑπὸ σοῦ ... ἀνταποκρίνονται
• c. dat.
πάλιν ἀνταπεκρίνατο αὐτοῖς
ἀνταποκρινομένου τοῦ Πνεύματος αὐτοῖς
• c. πρός c. ac.
καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι πρὸς ταῦτα
σοφαὶ ἀρχουσῶν αὐτῆς ἀνταπεκρίναντο πρὸς αὐτήν
• c. ὅτι:
ἡ δὲ Ἐκκλησία ἀνταπεκρίνατο ὅτι
κἀκείνου πάλιν ἀνταποκρινομένου ὅτι
• plantar cara c. dat.
τῷ Θεῷ
2 c. refl. corresponderse c. dat.
αὐτὴ ... ἑαυτῇ ἀνταποκρινεῖται
αἵτινες ἀνταποκρινοῦνται ἀλλήλαις
- Mid. to answer again, NTest.: to argue against, τινι NTest.