ἀνταποθνῄσκω
ἀνταποθνῄσκω, to die in turn
ἀνταπο-θνῄσκω,
- die or am killed in requital, ἀνταποθανεῖν τὸν ἀποκτείναντα Antipho 5.10; τοῦ ἐμψύχου δόγματος ὃ ἀνεῖλε Ph. 1.94.
morir como castigo
ἀνταποθανεῖν ... τὸν ἀποκτείναντα
ἐὰν δὲ ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος ἐπ' αὐτῷ, ἔνοχός ἐστιν, ἀνταποθανεῖται
ἀντ·αποθνῄσκω, mourir à son tour, Ant. 130, 26.
ἀνταποθνῄσκω, (θνῄσκω), dagegen, zur Vergeltung sterben, τὸν ἀποκτείναντα ἀνταποθανεῖν Antiph. 5.10.