ἀντιδίκησις Save LSJ DGE Pape ἀντιδῐκ-ησις, εως, ἡ, = sq. [ἀντιδικία], Gloss. ἀντιδίκησις -εως, ἡ litigio, Gloss.2.229. ἀντιδίκησις, ἡ, das Widersprechen, VLL.