ἀντικαταλλάττομαι
ἀντικαταλλάττομαι, 1) dagegen eintauschen, τί τινος, τὴν κοινὴν σωτηρίαν τῶν τοῦ κρινομένου λόγων Din. 1.2 ; Arist. rhet. 3.15 ; Sp., wie Plut. adv. Stoic. 11 ; ἀντί τινος, dafür hingeben, ψυχὴν ἀντὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας Lycurg. 88 ; Arist. Eth. 8.6 ; Pol. 2.42 ; ὑπέρ τινος τὸ ζῆν ἀντικαταλλάξασθαι Isocr. 5.135.
2) ἀντικαταλλαγῆναί τινι, sich mit Jemandem aussöhnen, Pol.15.20.
2) ἀντικαταλλαγῆναί τινι, sich mit Jemandem aussöhnen, Pol.15.20.