ἀντικατάλλαγμα
ἀντικατάλλαγμα, satisfaction
ἀντικατ-άλλαγμα, ατος, τό,
- satisfaction, J. AJ 15.9.2, Onos. 34.4 (pl.).
compensación, pago I.AI 15.315, A.Thom.A 72 (p.188.7), Thdr.Heracl.Fr.Is.M.18.1357B.
ἀντικατάλλαγμα, ατος (τὸ) compensation, Jos. A.J. 15, 9, 2 ; Onos. 35, 2.
Étym. cf. le préc.
ἀντικατάλλαγμα, τό, das Eingetauschte, Jos.