ἀντικαταλλακτέον
ἀντικαταλλακτέον, one must exchange
ἀντικατ-αλλακτέον,
- one must exchange, τινά τινων Arr. Epict. 4.3 tit.
hay que cambiar
τίνα τίνων ἀ.
qué cosas deben intercambiarse por cuáles
ἀντικαταλλακτέον, vb. d’ἀντικαταλλάσσομαι, Arr. Epict. 4, 3.