ἀντικαταλλαγή
ἀντικαταλλαγή, exchange
ἀντικατ-αλλᾰγή, ἡ,
- exchange, τινὸς πρός τι Plu. Adul. 2.49d, cf. PFlor. 47.15 (iii A. D.); requital, Sch. Opp. H. 2.687.
1 garantía
ἀντικαταλλαγὴν οὐκ ἔχουσα χρηστοῦ καὶ βεβαίου πρὸς ἀβέβαιον καὶ κίβδηλον
2 trueque, permuta
ἀπὸ δικαίο[υ] ἀντικαταλλαγ[ῆ]ς γενομένης
• contrato de cambio o permuta
οὐκ ἔξεσται ... π]αραβῆναι τήνδε τὴν ἀ.
3 pago Sch.Opp.H.2.687.
ἀντικαταλλαγή, ῆς (ἡ) [ᾰγ] échange, Plut. M. 49d.
Étym. ἀντικαταλλάσσω.
ἀντικαταλλαγή, ἡ, die (gegenseitige) Vertauschung, τινὸς πρός τι Plut. discr. ad. et am. 2.