ἀντιπάλαισμα Save DGE Bailly 2024 ἀντιπάλαισμα -ματος, τό método de resistencia Gr.Nyss.Pss.133.1. ἀντι·πάλαισμα, ατος (τὸ) [πᾰ] lutte contre, Nyss. 1, 336. Étym. ἀντιπαλαίω.