ἀντιπαρίστημι
ἀντιπαρίστημι, retort
ἀντιπαρ-ίστημι, Rhet.,
- retort, τινί τι Aps. p.270 H., Ps.-Alex.Aphr. in SE 102.15 (-ιστῶντος):—Pass., νόμος -ίσταται νόμῳ Aps. p.271 H.; correspond, Ptol. Geog. 8.1.14.
1 ret. replicar por segunda vez
ἀντιπαραστήσωμεν αὐτῷ ἕτερον, ἢ καλὸν ἢ κακόν
... τὰς ἀποκεκρυμμένας δόξας
• en v. med. contradecir
νόμῳ νόμος καὶ μάρτυς ἀντιπαρίσταται μάρτυρι
2 en v. pas. corresponder
τῇ δυτικῇ παραλίῳ
ἀντιπαρίστημι, entgegenstellen, Sp.