ἀντισταθμάω
ἀντισταθμ-άω,
- = ἀντισηκόω, Sm. Jb. 28.19:—in Med., Eust. 1875.8.
contrapesar, equilibrar
ἀντιστάθμησον αὐτὰς ἐπὶ τοῦ οἰκείου σεαυτοῦ κριτηρίου
ἀντισταθμήσωμεν τὰ λυπηρὰ τοῖς ἡδέσι