ἀντισοφιστεύω
ἀντισοφ-ιστεύω,
- = foreg., τῷ θείῳ λόγῳ Ph. 1.449, cf. Numen. ap. Eus. PE 14.8.
contrarrestar con ardides
τῷ θείῳ λόγῳ
• abs.
ὀ δ' ἀποστὰς ἀντεσοφίστευε καὶ ἀντίτεχνος ἦν
ἀντι·σοφιστεύω, c. ἀντισοφίζομαι, Numén. (Eus. P.E. 736a) etc.
ἀντισοφιστεύω, dagegen den Sophisten machen, K.S.