ἀντισταθμέω Save Bailly 2024 Pape ἀντισταθμέω-ῶ, contrebalancer, Bas. 1, 303 ; 2, 871 ; Naz. 1, 897, etc. Étym. ἀντίσταθμος. ἀντισταθμέω, = ἀντισηκόω, VLL.