ἀπήρτημα Save DGE Bailly 2024 ἀπήρτημα v. ἀπάρτημα. ἀπήρτημα, ατος (τὸ) c. ἀπάρτημα, Nyss. 1, 320 c Migne. Étym. pour la format. du mot cf. ἀπηγόρημα.