ἀπαγορία Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀπαγορία, Dor. for ἀπηγορία, dub. in Pi. Fr. 122.6. ἀπαγορία, v. ἀπηγορία. ἀπαγορία, [ᾱγ], ἡ, dor. = ἀπηγορία, Verbot, Pind. frg. 87.