ἀπαγίδευτος Save DGE Pape ἀπαγίδευτος -ον no engañado ἵνα ... ἀπαγίδευτοι μένωσι ... οἱ ἁπλούστεροι Origenes M.17.249D. ἀπαγίδευτος, ungefangen, Sp.