ἀπελπιστία
ἀπελπιστία, despair
ἀπελπ-ιστία, ἡ,
- despair, Tz. H. 11.18 (pl.).
1 situación desesperada
ἐν τῷ παντελεῖ τῆς ἀπελπιστίας ἐγένετο
2 desesperación c. gen.
καὶ ἑαυτῶν καὶ τοῦ παντός