ἄπελπτος Save Bailly 2024 Pape ἄπ·ελπτος, ος, ον, c. ἄελπτος, Hdt. 1, 111 dout. Étym. ἀπό, ἔλπω. ἄπελπτος, = ἄελπτος, v.l. , Her. 1.111.