ἀπεχθής
ἀπεχθής, hateful, hostile
- hateful, S. Ant. 50; hostile, Theoc. 1.101; τὸ ἀ. Onos. 37.3: Sup., Ph. 1.604.
- II hated, Isoc. 1.12 (dub.l.); δάκρυα IG 4.622 (Argos). Adv. -θῶς, ἔχειν τινί D. 5.18; διακεῖσθαι D.Chr. 32.70; πρός τινας D.H. 7.31: Sup. -έστατα Poll. 5.116.
I
1 odiado, odioso de pers., c. dat.
πατὴρ ... νῷν ἀ.
τοῖς μὲν οὐκ ἀπεχθὴς ἔσει
θνατοῖσιν
Νύμφαισιν
μηδενί
• c. prep.
εἰς ἄλλον ἀνθρώπων οὐδένα
• de cosas
δάκρ]υα μητρί
π]ολλά τε καὶ μακάρεσσιν ἀπεχ[θέα
τῶν πραγμάτων ἄφιλα πολλὰ καὶ ἀπεχθῆ ... τοῖς ἐντυγχάνουσιν
• subst.
τι τῶν ἀπεχθεστάτων
lo más odioso
2 hostil
ἀπεχθῇ δὲ πρὸς τοὺς πολίτας Ἰουδαίους ... διάθεσιν
• subst. τὸ ἀ. hostilidad Onas.37.3
• Ph.1.604
• neutr. plu. como adv. -έστατα Poll.5.116.
II adv. -ῶς hostilmente ἔχειν ser hostil D.5.18
• διακεῖσθαι ser hostil
πρὸς ἐκεῖνον
πρὸς ὑμᾶς
•
ἀπεχθῶς· ἐχθρωδῶς
1. gehaat.
2. vijandig.
• Adv., ἀπεχθῶς διακεῖσθαι πρός τινα Dion.Hal. 7.31 ; ἔχειν πρός τι 11.59 ; τινί Dem. 5.18.
- hateful, hostile, Soph., Theocr., etc.: adv., ἀπεχθῶς ἔχειν τινι to be at enmity with him, Dem.