ἀπεφεισμένως
ἀπεφεισμένως, abundantly
ἀπεφεισμένως,
- abundantly, dub. in Str. 15.1.24.
adv. abundantemente
ἀ. ἐπικεκαῦσθαι τὴν χρόαν
ἀπεφεισμένως, abundantly
adv. abundantemente
ἀ. ἐπικεκαῦσθαι τὴν χρόαν