ἀπιστοσύνη
ἀπιστοσύνη, unbelief, distrust
ἀπιστοσύνη, ἡ,
- = ἀπιστία, E. Med. 422 (lyr.).
*ἀπιστοσύνη, dor. ἀπιστοσύνα, ας (ἡ) c. ἀπιστία, Eur. Med. 423.
ἀπιστοσύνη, ἡ, Treulosigkeit, Eur. Med. 423.
ἀπιστοσύνη
= ἀπιστία, Eur.